Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Το Ευρώ, η Δραχμή και το Πείραμα



     Ας κάνουμε ένα διανοητικό πείραμα. Χαλαρώστε, κλείστε τα μάτια και σκεφτείτε την Ελλάδα προ του 2002, την εποχή της δραχμής. Ήταν μία χώρα με 51 Νομούς. Ας πάρουμε το Νομό Έβρου με πρωτεύουσα την Αλεξανδρούπολη. Νόμισμα του Νομού Έβρου ήταν η δραχμή, όπως και των υπόλοιπων 50 ελληνικών νομών. Ας εστιάσουμε σε μία βιοτεχνία παπουτσιών με έδρα την Αλεξανδρούπολη. Επενδύει σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, καλούπια και μηχανές παπουτσιών και προσλαμβάνει δέκα εργάτες προκειμένου να κατασκευαστούν παπούτσια για τις ανάγκες του νομού Έβρου, δηλαδή για τις ανάγκες ενός πληθυσμού 150.000 κατοίκων.


     Ας υποθέσουμε ότι μία επιχείρηση με το ίδιο ακριβώς μέγεθος και την ίδια αξία κεφαλαιουχικού εξοπλισμού έχει έδρα στο Νομό Αττικής, όπου έχουμε πληθυσμό 3.700.00 κατοίκους περίπου. Ο βιοτέχνης της Αθήνας προκειμένου να καλύψει όλο τον πληθυσμό της Αττικής δανείζεται, μεγαλώνει τον κεφαλαιουχικό του εξοπλισμό, τον εκμοντερνίζει, αυξάνει τον αριθμό των εργατών και μειώνει γρήγορα το μισθολογικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος για τον απλούστατο λόγο ότι ρίσκαρε, σχεδόν εκ του ασφαλούς, και επένδυσε σε εξοπλισμό και λιγότερο σε εργατικό δυναμικό. Ο συνάδελφός του στην Αλεξανδρούπολη δεν ρισκάρει γιατί γνωρίζει ότι η αγορά του είναι σχεδόν 30 φορές μικρότερη από αυτή της Αττικής. Για εξαγωγές στην Αττική ούτε κουβέντα γιατί βρίσκεται πολύ μακριά. Ο συνάδελφος του της Αττικής ωστόσο έχει ρίξει τόσο πολύ το εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος που είναι σε θέση να στείλει τα παπούτσια του στο νομό Έβρου σε τιμή ανταγωνιστικότερη του ντόπιου βιοτέχνη. Ο βιοτέχνης της Αλεξανδρούπολης σύντομα θα κλείσει. 


     Για να αντιμετωπιστούν τα φαινόμενα αποβιομηχάνισης και των περιφερειακών ανισοτήτων το ελληνικό κράτος ενίσχυε με μεταβιβαστικές πληρωμές το νομό Έβρου με συνέπεια να μειώνεται η απώλεια ανταγωνισμού. Δηλαδή το ελληνικό κράτος ένα μέρος των κεφαλαίων της φορολογίας του νομού Αττικής ή του νομού Θεσσαλονίκης το μετέφερε στον Έβρο έτσι ώστε αυτός να κρατά ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης και ανταγωνιστικότητας, γεγονός που επέτρεπε να αναπνέουν και οι δύο βιοτέχνες. Ένα μέρος του εισοδήματος του βιοτέχνη της Αττικής μετατρέπονταν σε εισόδημα για τον βιοτέχνη της Αλεξανδρούπολης. 


    Φανταστείτε τώρα ότι δια νομοθεσίας να απαγορεύονταν δια ροπάλου οι μεταβιβαστικές πληρωμές. Το εισόδημα του νομού Αττικής θα παρέμενε στο σύνολό του σε αυτήν και από την άλλη φανταστείτε, στην τότε Ελλάδα, να απαγορεύεται ο περιορισμός της κίνησης των ανθρώπων, των κεφαλαίων και των αγαθών (δηλαδή ο βιοτέχνης της Αττικής αποκτούσε ένα συντριπτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τον συνάδελφό του στον Έβρο). Τι θα γινόταν; Οι Εβριώτες θα δανείζονταν να ανταπεξέλθουν, ο δανεισμός θα αύξαινε μέχρι του σημείου που να μην μπορούν πλέον να ανταποκριθούν στις δανειακές τους ανάγκες. Ο βιοτέχνης του Έβρου κλείνει την επιχείρηση και μένουν άνεργοι, αυτός και οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή του. Την επόμενη μέρα η οικονομία του Έβρου καταρρέει, το ίδιο και του νομού Φλωρίνης, Κιλκίς, Ημαθίας κλπ. Στο τέλος η κρίση μεταφέρεται στον νομό Αττικής και ο ελληνικός οικονομικός χώρος καταρρέει.


     Το δεύτερο μέρος του ανωτέρου απλουστευτικού παραδείγματος είναι που εφαρμόζεται σήμερα στην Ευρώπη. Και αυτό ήταν γνωστό από την αρχή. Απλώς υπήρχε η ελπίδα ότι με την δημιουργία του ενιαίου νομισματικού χώρου οι οικονομίες θα συγκλίνουν. Αυτό ποτέ δεν έγινε. Και αν κρίνουμε από τη βούληση των ηγέτιδων οικονομικών δυνάμεων της Ευρώπης δεν πρόκειται να συμβεί στο ορατό ιστορικό μέλλον. 


     Από τα γνωστά τέσσερα κριτήρια που έθεσε ο Καναδός οικονομολόγος και καθηγητής στο πανεπιστήμιο Κολούμπια, Ρόμπερτ Μαντέλ, κάτοχος Βραβείου Νόμπελ Οικονομίας το 1999 [α) η ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων, β) η ελευθερία της κίνησης των κεφαλαίων, σε συνδυασμό με την ελαστικότητα των μισθών και των τιμών, γ)το σύστημα κατανομής κινδύνων, μέσω του οποίου θα μεταφέρονται αυτομάτως κεφαλαιακές ενισχύσεις προς τις περιοχές που θα έχουν υποστεί τις αρνητικές επιπτώσεις των δυο πρώτων κριτηρίων – με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα σύστημα ανακατανομής των φορολογικών εσόδων και μεταφοράς μέρους του προς τις λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές της ευρύτερης ενιαίας περιφέρειας και δ)ο ενιαίος ρυθμός ανάπτυξης η ύφεσης] μόνο το δεύτερο εφαρμόζεται πλήρως στη σημερινή Ευρώπη, τα υπόλοιπα είτε δεν εφαρμόζονται είτε εφαρμόζονται μερικώς.


     Ποιος αλήθεια πιστεύει ότι μία τέτοια νομισματική ένωση συνιστά βέλτιστη νομισματική περιοχή κατά τα κριτήρια του Μέντελ και πολύ περισσότερο ποιος στα αλήθεια πιστεύει ότι αυτή η νομισματική περιοχή, του ευρώ, έχει πραγματικό μέλλον;



Σημ.: Σκόπιμα το παράδειγμα είναι απλουστευτικό για να γίνουν κατανοητά τα βασικά προβλήματα του ευρωπαϊκού δράματος. Προσέξτε δε, σκοπίμως, στην ανωτέρω ανάλυση δεν εμπεριέχεται ίχνος μαρξιστικής προσέγγισης (παρ’ όλο που θεωρώ ότι είναι η πλέον αξιόπιστη) ούτε καν ίχνος κεϋνσιανής προσέγγισης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου