Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Για μία νέα παράσταση της ύπαρξης, για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο

 

Ο φόβος του θανάτου, η αγωνία του αφανισμού είναι ένα από τα πιο ισχυρά κίνητρα δράσης ή αντίστροφα μπορεί να αποτελέσει βαρίδι ακινησίας, στοιχείο παράλυσης. Δεν είναι τυχαίο που οι μεγαλύτερες διανοητικές μορφές (Φρόιντ, Νίτσε, Μαρξ, Χάιντεγκερ, Σαρτρ και πάρα πολλοί άλλοι) που καθόρισαν τη σύγχρονη μορφή σκέψης ασχολήθηκαν άμεσα ή έμμεσα με το θέμα της ύπαρξης, φυσικής, κοινωνικής και ψυχολογικής και μάλιστα χωρίς η σκέψη τους να έχει θρησκευτική αφετηρία.


Το πώς θα απαντήσουμε στο θεμελιώδες ερώτημα της ύπαρξης δεν είναι υποκειμενική, ατομική υπόθεση ή τουλάχιστον όχι μόνο. Η απάντηση στο ερώτημα της ύπαρξης έχει κοινωνική και συλλογική θεμελίωση. Μέσα στους αιώνες και στην σύγχρονη εποχή, στις απαρχές του 20ου αιώνα, επιδημίες εξολόθρευαν ανθρώπους, αφάνιζαν στρατούς αποσταθεροποιούσαν δημογραφικά τις κοινωνίες. Ήταν για τις τότε κοινωνίες ένα φυσιολογικό φαινόμενο, ο θάνατος εντασσόταν στις διεργασίες της ζωής. Σήμερα η απειλή της ανυπαρξίας φυλακίζει, απομονώνει, απειλεί το ερωτικό κομμάτι της κοινωνικής συνύπαρξης, εξολοθρεύει δεσμούς.΄


Η διαφορά, ανά τους αιώνες, στον τρόπο αντίδρασης στο ερώτημα της ζωής, στο ζήτημα του θανάτου εξηγείται από τη σημασιολογική θάλασσα,  την  κοινωνικά προσδιορισμένη ατμόσφαιρα νοήματος μέσα στην οποία ζούμε. Η ανθρώπινη ύπαρξη θέτοντας ερωτήματα, κατηγοριοποιώντας τον κόσμο και τα φαινόμενα, δημιούργησε ένα κοινωνικό σύμπαν νοηματοδότησης που ταυτόχρονα απελευθερώνει και εγκλωβίζει. Απελευθερώνει γιατί δίνει κοινωνικές, επιστημονικές και ψυχολογικές απαντήσεις συντελώντας στην ανθρώπινη πρόοδο. Εγκλωβίζει γιατί αλλοτριώνει, καθώς στο πέρασμα του χρόνου δημιουργεί την ψυχωσική ψευδαίσθηση της ανθρώπινης μοναδικότητας και της φυσικής υπεροχής του είδους. Το ανθρώπινο είδος εγκλωβίστηκε σε μία ψευδαίσθηση μοναδικότητας και σε ένα παραλήρημα υπεροχής, με έντονο το στοιχείο του φυσικού ιμπεριαλισμού. Ψευδαίσθηση και παραλήρημα που εδράζει στα επιτεύγματα των δύο τελευταίων αιώνων. Αναπτύχθηκε δημογραφικά υπέρμετρα, κανιβάλισε τον πλανήτη και τελικά οδηγήθηκε σε μία ύβρι ενάντια στη φύση.


Η φύση αντέδρασε, βρήκε τον τρόπο να απαντήσει στην ύβρι. Η επιδημία υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι «παρά φύση» οντότητα αλλά κομμάτι του φυσικού κόσμου, οργανικό και συνεχές τμήμα του. Είναι ένα αξιοθαύμαστο μεν δημιούργημα της φυσικής επιλογής αλλά ο άνθρωπος είναι πάνω από όλα φύση. Δεν είναι μόνο η επιδημία που αποκαλύπτει αλήθειες αλλά είναι, και, η άνοδος της θερμοκρασίας, οι πλημμύρες το λιώσιμο των πάγων, τα βακτήρια και οι μικροοργανισμοί που αφυπνίζονται από το λιώσιμο των πάγων, οι οντότητες που ζούσαν στον δικό τους κόσμο και τώρα γειτνιάζουν με τις ανθρώπινες κοινωνίες, στερημένες από τα όρια που η φύση τους έθετε μέσα στα τροπικά δάση και τα πελώρια, δυσπρόσιτα κάποτε, όρη. Από αξιοθαύμαστο είδος η ανθρώπινη ύπαρξη μετατρέπεται σε φυσικό παράσιτο που καταλύει όρια που δεν θα έπρεπε να υπερπηδηθούν.


Μία νέα παράσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, συμβατής με τη φύση, ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα καθορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις είναι η απάντηση στη φυσική, πνευματική και κοινωνική αλλοτρίωση του ανθρώπινου είδους. Απαιτείται ισότητα, ίσες ευκαιρίες, πολλή δημοκρατία, λιγότερο αγοραίες πρακτικές, κοινωνικότητα, δημιουργική τέχνη, ισχυροί δεσμοί, ουσιαστική παιδεία και μάθηση προκειμένου η ανθρώπινη δημιουργικότητα να βρει διεξόδους και η κοινωνία του ανθρώπου να αυξήσει τις πιθανότητες επιβίωσης. Οφείλουμε μία άμεση, αλλά όχι επιπόλαιη, απάντηση στο ερώτημα για την «raison d’ être» της ανθρωπότητας.


Να έχουμε πάντα κατά νου τα λόγια του Karl Löwith (1960): 

«Ενώ η θεώρηση του φυσικού κόσμου  είναι δυνατή χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη του ανθρώπου, είναι αδύνατον να σκεφθεί κανείς τον άνθρωπο, χωρίς τον κόσμο. Ερχόμαστε στον κόσμο και χωριζόμαστε από αυτόν. Δεν μας ανήκει. Αντίθετα εμείς ανήκουμε σε αυτόν.»

Σχόλια